J.L. Moreno



ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΤΗ ΖΩΗ ΚΑΙ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ JACOB LEVY MORENO

Ο Moreno, γιος της Paulina Janescu και του Levy Moreno, γεννήθηκε στις 18 Μαΐου του 1889, στο Βουκουρέστι της Ρουμανίας.
Η μητέρα του εβραϊκής καταγωγής, ήταν μόλις 15 ετών όταν γέννησε τον  Moreno, ενώ ο πατέρας του, πλανόδιος πωλητής, περνούσε πολύ λίγο χρόνο με την οικογένεια. Ο Moreno μεγάλωσε κυρίως με την μητέρα του, η οποία είχε καταλυτική επίδραση στη διαμόρφωση της προσωπικότητάς του.
Η οικογένειά του μετακομίζει στη Βιέννη το 1894 όταν o Moreno ήταν πέντε ετών. Ο Moreno ξεκινάει τις σπουδές του στην Ιατρική το 1911 και το 1917 γίνεται ψυχίατρος.
Το 1913, όντας φοιτητής της Ιατρικής, συντονίζει ομάδες συζήτησης με ιερόδουλες της Βιεννέζικης συνοικίας Spitelberg, με σκοπό την κοινωνική τους επανένταξη. Μέσα από αυτή τη διαδικασία ο Moreno αρχίζει να ανακαλύπτει τη σημασία και την επίδραση των ομάδων σε ατομικό και σε κοινωνικό επίπεδο.
Στα φοιτητικά του χρόνια συχνά περνούσε την ώρα του στο πάρκο της Βιέννης, παρατηρώντας το παιχνίδι των παιδιών και κάποιες φορές συμμετείχε και ο ίδιος σ’ αυτό.  Πολλές φορές αναμειγνυόταν με σκοπό να οργανώσει και να δομήσει το παιχνίδι τους, μέσα από την αφήγηση παραμυθιών, μ’ έναν δραματουργικό τρόπο.


Όπως ο ίδιος χαρακτηριστικά περιγράφει :
«Μια από τις αγαπημένες μου στιγμές στο παρελθόν ήταν να κάθομαι κάτω από ένα μεγάλο δένδρο μέσα στους κήπους της Βιέννης και να αφήνω τα παιδιά να έρχονται και να ακούνε ένα παραμύθι. Το πιο σημαντικό κομμάτι της ιστορίας ήταν πως καθόμουν κάτω από το δένδρο σαν ένα ον που βγήκε έξω από το παραμύθι και πως τα παιδιά είχαν έρθει σ’ εμένα μέσω ενός μαγικού φλάουτου και ότι μεταφέρθηκαν σωματικά από τον δικό τους  πραγματικό χώρο σε μια παραμυθένια χώρα. Δεν ήταν τόσο το τι τους έλεγε η ιστορία από μόνη της, αλλά ήταν η πράξη, η ατμόσφαιρα του μυστηρίου, το παράδοξο, το ότι το μη πραγματικό έγινε αληθινό. Ήμουν στο κέντρο, συχνά μετακινιόμουν από τις ρίζες του δένδρου και καθόμουν ψηλότερα, πάνω σε ένα κλαδί. Τα παιδιά σχημάτιζαν έναν κύκλο, ένα δεύτερο κύκλο πίσω από τον πρώτο, έναν τρίτο πίσω από τον δεύτερο, πολλούς συμπαγείς κύκλους… Το ερέθισμα που είχα δεν προερχόταν από τη σκηνή του Shakespeare ή τη σκηνή των Ελλήνων, είχα πάρει το μοντέλο (της σκηνής) από την ίδια τη φύση». (Moreno, 1947: 4-5)

Το παιχνίδι για τον Moreno άρχισε να παίρνει μια μορφή πρωτότυπης θεραπείας, σε ατομικό και σε ομαδικό επίπεδο.
Το 1922 δημιουργεί στη Βιέννη το «Αυτοσχέδιο Θέατρο», ένα πειραματικό θέατρο 50 θέσεων. Σ’ αυτό το πειραματικό θέατρο ηθοποιοί και κοινό ταυτίζονται. Οι θεατές μπορούν να γίνουν ηθοποιοί, οι οποίοι αναπαριστούν επί σκηνής ένα προκαθορισμένο θέμα. Τα θέματα είναι εμπνευσμένα συνήθως από γεγονότα της καθημερινής επικαιρότητας. Ο Moreno συντονίζει τη διαδικασία και παρεμβαίνει καθώς εξελίσσεται η δράση. Αυτή η ενασχόλησή του με το θέατρο, τον οδήγησε σε διαπιστώσεις για τη σημαντικότητα της θεατρικής αναπαράστασης των ανθρωπίνων εμπειριών και επιθυμιών, στην αποτελεσματικότερη συνειδητοποίησή τους.  
Επηρεασμένος από το αρχαίο δράμα και την έννοια της κάθαρσης των θεατών, ο Moreno αρχίζει να αντιλαμβάνεται ότι η θεατρική αναπαράσταση προσωπικών εμπειριών έχει θεραπευτική επίδραση μέσω της κάθαρσης του ίδιου του πρωταγωνιστή. Αναπτύσσει τις έννοιες του Αυθορμητισμού και της Δημιουργικότητας, οι οποίες θα αποτελέσουν αργότερα τους βασικούς άξονες της φιλοσοφίας του αλλά και της ψυχοδραματικής μεθόδου ειδικότερα.


Η περίπτωση της Βαρβάρας και η μετάβαση από το «Αυτοσχέδιο Θέατρο» στο Ψυχόδραμα :

Στη θεατρική ομάδα του αυτοσχέδιου θεάτρου ανάμεσα στους συνεργάτες υπήρχαν ο Τζώρτζ, ένας νεαρός  ποιητής, και η Βαρβάρα, μία νεαρή σπουδάστρια υποκριτικής, η οποία έπαιζε ιδιαίτερα καλά ρόλους καλών και λεπτεπίλεπτων χαρακτήρων και γενικότερα ρόλους  που εξέφραζαν  καλοσύνη και τελειότητα. Ανάμεσα τους αναπτύχθηκε ένα ερωτικό ειδύλλιο το οποίο δεν άργησε να καταλήξει σε γάμο.
Δεν πέρασε όμως μεγάλο χρονικό διάστημα και ο Τζώρτζ άρχισε να παραπονιέται στον Moreno ότι γυναίκα του, την οποία όλοι θεωρούσαν άγγελο, όταν ήταν μόνοι στο σπίτι, συμπεριφερόταν με εντελώς αντίθετο τρόπο, μεταμορφωνόταν σε κακιά, γινόταν εριστική και χυδαία σαν να ήταν η χειρότερη γυναίκα του δρόμου. Ο  Moreno με έκπληξη άκουγε όλα τα παραπάνω, καθώς ο ίδιος, όπως και οι άλλοι, είχε διαφορετική γνώμη για τη Βαρβάρα. Δεν είπε τίποτα, την παρότρυνε όμως να υποδυθεί ένα ρόλο αντίθετο από αυτούς των έντιμων και αγγελικών προσώπων που συνήθιζε να υποδύεται έως τότε. Μια μέρα διάβασαν στις εφημερίδες ότι κατά τη διάρκεια μιας φιλονικίας δολοφονήθηκε μια γυναίκα του δρόμου. Αποφάσισαν λοιπόν να διαδραματίσουν την είδηση στη σκηνή και το ρόλο της πόρνης προτάθηκε να τον υποδυθεί η Βαρβάρα. Εκείνη το δέχθηκε και υποδύθηκε με εξαιρετική επιτυχία το ρόλο της πόρνης. Έγινε τόσο αυθεντικά χυδαία που κατέπληξε τους πάντες και αυτή η επιτυχία την έκανε να ακτινοβολεί από χαρά. Έκτοτε υποδυόταν παρόμοιους ρόλους.
Λίγες εβδομάδες αργότερα, ο Τζώρτζ ανέφερε στον Moreno ότι στο σπίτι η Βαρβάρα παρουσιαζόταν εντελώς αλλαγμένη. Δεν μάλωνε, δεν έβριζε, ούτε συμπεριφερόταν με τον προηγούμενο χυδαίο τρόπο της. Είχε κάποιες εξάρσεις θυμού, αλλά ήταν ασήμαντες. Όταν μάλιστα τις αντιλαμβανόταν η ίδια γελούσε. Μερικές φορές, μάλιστα, γελούσε πριν ακόμα θυμώσει, καθώς γνώριζε εκ των προτέρων την εξέλιξη της σκηνής. Αργότερα ο Moreno ζήτησε από τον Τζωρτζ και τη Βαρβάρα να παίξουν μαζί. Τα παιχνίδια τους στη σκηνή άγγιζαν διάφορες πλευρές της προσωπικής τους ζωής, της παιδικής τους ηλικίας, της οικογένειάς τους, των σχεδίων που είχαν για το μέλλον κλπ. Μετά από κάθε παράσταση πολλά άτομα από το ακροατήριο ανέφεραν ενθουσιασμένα στο Moreno ανάλογες σκηνές και εμπειρίες από τη ζωή τους, σαν να έβλεπαν δικά τους προσωπικά θέματα να εκτυλίσσονται επί της σκηνής. Μερικές εβδομάδες αργότερα ο Moreno  συναντήθηκε ιδιαιτέρως με το ζευγάρι. Είχαν «βρει ο ένας τον άλλο» και αναλύοντας τις σκηνές που είχαν παίξει, διαπίστωναν και καταλάβαιναν πως μέσω του θεατρικού παιχνιδιού είχαν ξεπεράσει τη σύγκρουση που είχε δημιουργηθεί στη σχέση τους.
Από τα παραπάνω αντιλαμβανόμαστε και συμπεραίνουμε πως η Βαρβάρα, παγιδευμένη σε μια εικόνα που οι άλλοι είχαν σχηματίσει για αυτήν, χωρίς να το καταλαβαίνει και να το επιθυμεί, είχε εγκλωβιστεί και αυτοπεριοριστεί σε συμπεριφορές και δράσεις που ανταποκρίνονταν μόνο σε αυτήν την εικόνα. Ο στιγματισμός, δηλαδή η ετικέτα της «καλής», την περιόριζε στους αντίστοιχους ρόλους. Η υπερβολική προσκόλληση σε μια εικόνα που μας έχουν προσδώσει οι άλλοι, όπως του καλού, του κακού, του ωραίου, του θρασύ κλπ., μας καθορίζει με υπερβολικό τρόπο ως τέτοιους, δηλαδή καλούς, κακούς, ωραίους θρασείς κλπ. Το θεατρικό παιχνίδι έδωσε στη Βαρβάρα τη δυνατότητα να διευρύνει τη συνείδησή της με την έκφραση συμπεριφορών που δεν συμπεριλαμβάνονταν στο ρεπερτόριο της «καλής».
Η περίπτωση της Βαρβάρας στάθηκε αφορμή για τον Moreno να συνειδητοποιήσει ακόμα καλύτερα τις θεραπευτικές δυνατότητες που μπορούν να αναδυθούν, εάν οι συγκρούσεις εκφρασθούν επί της σκηνής με έναν πιο δομημένο και ολοκληρωμένο τρόπο, ως ένα θεραπευτικό σύστημα. Έτσι άρχισε να γίνεται κύριο μέλημά του η ανάπτυξη της ψυχοδραματικής  σκηνής ως ενός ολοκληρωμένου θεραπευτικού συστήματος και φιλοσοφίας και όχι ως ενός απλού παιχνιδιού που επιτρέπει την εκτόνωση μιας περιστασιακής έντασης επί της σκηνής. (Κων/νος Λέτσιος ΤΟ ΨΥΧΟΔΡΑΜΑ Η επιστήμη της ομάδας στην ψυχοθεραπευτική προοπτική, Εκδ. Ελληνικά Γράμματα 2001, σελ.54 -56 ).

     Η μεταφορά του παιχνιδιού στην αυτοσχέδια θεατρική αναπαράσταση είχε μια έντονη κοινωνική διάσταση. Το θέατρο με τη μορφή που του έδωσε ο Moreno έγινε μια πειραματική μέθοδος διερεύνησης των κοινωνικών φαινομένων και παράλληλα μετασχηματίστηκε και σε μια ομαδική θεραπευτική μέθοδο στην ψυχιατρική, η οποία εμπεριέχει και τον κοινωνικό χαρακτήρα της ανθρώπινης συμπεριφοράς.
     Ο Moreno εκτός από την ενασχόλησή του με το θέατρο είχε μελετήσει και επηρεαστεί και από την επιστήμη της Ανθρωπολογίας. Μέσα από τη μελέτη ανθρωπολογικών ερευνών αναγνώρισε ότι οι τρόποι που χρησιμοποιούσαν οι πρωτόγονοι πολιτισμοί για να αντιμετωπίσουν την ασθένεια, ήταν άμεσα συνυφασμένοι με την επίδραση της ομάδας και την δραματουργική αναπαράσταση.


Θέλοντας να επισημάνει τη σημαντικότητα της συμμετοχής της ομάδας και της αναπαράστασης στη θεραπεία και αποκατάσταση πολλών ασθενειών, ο Moreno αναφερόταν συχνά σ΄ ένα περιστατικό που του είχε περιγράψει ένας φίλος του ανθρωπολόγος από μια επιστημονική αποστολή στην περιοχή των ινδιάνων Πόμο, κοντά στην ακτή της Καλιφόρνιας :

Ένας ινδιάνος ο οποίος έπνεε τα λοίσθια, είχε μεταφερθεί από τα χωράφια στο χωριό. Εμφανίστηκε λοιπόν ο μάγος (shaman) με τους βοηθούς του και αρχικά ζήτησε να πληροφορηθεί τι είχε συμβεί. Ο άνθρωπος που είχε μεταφέρει τον ασθενή εξήγησε ότι ο ασθενής «έπαθε» από τη στιγμή που συνάντησε μια άγρια γαλοπούλα. Δεν είχε δει άλλη φορά παρόμοιο πτηνό και είχε τρομάξει. Ο μάγος αποσύρθηκε και στη συνέχεια εμφανίστηκε αναπαριστώντας δραματουργικά με τους βοηθούς του τις συνθήκες που είχαν προκαλέσει το σοκ στον ασθενή, φροντίζοντας να αποδώσει κάθε λεπτομέρεια του περιστατικού, όπως του είχε αναπτυχθεί. Ο μάγος έπαιξε την γαλοπούλα στο μέσο ενός κύκλου φίλων και γειτόνων, προδιαγράφοντας γύρω από τον ασθενή κύκλους και χτυπώντας τα φτερά του σαν τρελό πουλί κατά τρόπο ώστε ο ασθενής να μπορεί να αντιληφθεί σιγά-σιγά πως η γαλοπούλα ήταν αβλαβής και ο τρόμος του αδικαιολόγητος. Η κατάσταση του ασθενούς σημείωσε φανερή βελτίωση και τελικά θεραπεύτηκε.
(Ν. Σαρρής, Εισαγωγή στην Κοινωνιομετρία στην Ομαδική Ψυχολογία και το Ψυχόδραμα, Εκδ. Δανιά 1995, σελ. 211)

Η ψυχοδραματική ομάδα δίνει τη δυνατότητα παρουσίασης των προβλημάτων της ανθρώπινης κοινωνίας και του ατόμου μέσα σ’ ένα πλαίσιο, το οποίο προσομοιάζει με το ευρύτερο κοινωνικό γίγνεσθαι, μετατρέποντας έτσι την ομάδα σε μικρογραφία της κοινωνίας. Το άτομο έχει τη δυνατότητα να διευρύνει, να τροποποιήσει, να ενισχύσει και να εξερευνήσει γενικότερα τους ρόλους που διαδραματίζει στην πραγματική ζωή, μέσα από τη δράση του στη ψυχοδραματική σκηνή.
Για το Moreno η κοινωνική διάσταση του ατόμου είχε ιδιαίτερη σημασία, τόσο για την αναπτυξιακή πορεία του ατόμου, όσο και για τη διαμόρφωση της ίδιας της κοινωνικής πραγματικότητας. Κύριος σκοπός της ομαδικής ψυχοθεραπείας για αυτόν ήταν η κοινωνική αλλαγή και όχι η απλή ανάλυση των ατομικών προβλημάτων.
Το 1925 ο Moreno εγκαταλείπει την Αυστρία για να εγκατασταθεί στις Η.Π.Α. Εκεί ανοίγει μια ψυχιατρική κλινική στο Beacon της Πολιτείας της Νέας Υόρκης και αρχίζει να δραστηριοποιείται ως ψυχίατρος. Συμμετάσχει σε έρευνες που πραγματοποιούνται για νεαρές παραβάτισσες σε σχολείο του Hudson της Νέας Υόρκης, καθώς και σε έρευνες για τις ηγετικές τάσεις και το αυταρχικό και δημοκρατικό κλίμα των ομάδων. Εφαρμόζει την κοινωνιομετρική θεωρία και αναπτύσσει το κοινωνιόγραμμα ως μια μέθοδο μέτρησης των αλληλεπιδράσεων και των σχέσεων που διαμορφώνονται στην ομάδα.  Το 1934 δημοσιεύει το βιβλίο «Ποιος θα επιζήσει», ένα από τα πιο σημαντικά του έργα, καταστάλαγμα της ερευνητικής του δραστηριότητας. 

    
Το 1937 ιδρύει την επιθεώρηση «Κοινωνιομετρία» και αρχίζει να διδάσκει στο Πανεπιστήμιο της Columbia και αργότερα συνεχίζει να παραδίδει μαθήματα στο Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης. Το 1941 ιδρύει την Εταιρεία Ομαδικής Ψυχοθεραπείας και Ψυχοδράματος της Αμερικής, ενώ ένα χρόνο μετά δημιουργεί το Κοινωνιομετρικό Ινστιτούτο στη Νέα Υόρκη. Το 1944 δημιουργεί το «Ινστιτούτο MORENO» στη Νέα Υόρκη.

Νέα Υόρκη 1948
Το 1949 παντρεύεται τη Zerka Toeman, με την οποία αποκτά ένα γιο τον Jonathan, και η οποία ήταν η βασική συνεργάτης του μέχρι το θάνατό του το 1974.
Οικογένεια Moreno
Η δεκαετία του ΄50 υπήρξε σημαντική για την εξάπλωση και διάδοση του ψυχοδράματος διεθνώς. Το 1952 συμμετέχει στο 1ο συνέδριο ομαδικής ψυχοθεραπείας που οργανώνεται στο Toronto του Καναδά, ενώ το 1960 εκδίδει το έργο «Ομαδική Ψυχοθεραπεία και Ψυχόδραμα». Το 1964 πραγματοποιεί το 1ο διεθνές συνέδριο Ψυχοδράματος στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου των Παρισίων και το 1966 συμμετέχει στο 3ο συνέδριο με θέμα τη δυναμική της ομάδας που οργανώνεται στη Βαρκελώνη. Το 1968 παραιτείται από το Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης και ασχολείται για το υπόλοιπο της ζωής του στην κλινική του Beacon και με διαλέξεις που έδινε συχνά.


Ο Moreno πέθανε στις 14 Μαΐου του 1974 σε ηλικία 82 χρονών. Μετά το καρδιακό επεισόδιο που υπέστη τον Μάρτιο του 1974 αρνήθηκε να του παρασχεθεί οποιαδήποτε ιατρική φροντίδα. Ο Moreno πέθανε δουλεύοντας ανάμεσα στους μαθητές του, βιώνοντας ακόμα και τον θάνατό του ως ένα αναπόσπαστο μέρος της ζωής.

Βιβλιογραφία :
·         Κωνσταντίνος Λέτσιος, Το Ψυχόδραμα : Η επιστήμη της ομάδας στην ψυχοθεραπευτική προοπτική, Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2001.
·         Νεοκλής Σαρρής,  Εισαγωγή στην Κοινωνιομετρία, στην Ομαδική Ψυχοθεραπεία και το Ψυχόδραμα, Εκδ. Δανιά, Αθήνα 1995.
·         Marcia KarpPaul HolmesKate Bradshaw Tauvon, Το Ψυχόδραμα : Θεωρία και Πρακτική, Μετάφραση Αλεξάνδρα Πενταράκη, University Studio Press, Θεσσαλονίκη 2002.